Το να μην έχεις δουλειά, είναι ντροπή. Το να έχεις χάσει τη δουλειά σου, ακόμη μεγαλύτερη. Από την μια μέρα στην άλλη, ο εργοδότης έχει αντικατασταθεί με το ταμείο ανεργίας, οι ατελείωτοι διάδρομοι των γραφείων με τις ατελείωτες βόλτες στα πάρκα, οι έμπειροι συνάδελφοι, με τους οκνηρούς θαμώνες των συνοικιακών καφετεριών. Έτσι ξαφνικά, κατέρρευσε η κοινωνική αξία, που σου προσέδιδε επί τόσα συναπτά έτη η δουλειά σου.
Να μη γίνομαι άλλο χαλί να σκουπίζουν τα πόδια τους οι ξένοι που μπαίνουν στην ζωή μου. Να μην είμαι πια το λιμάνι που θα αράξουν οι ναυτικοί μέχρι να περάσει η μπόρα τους. Η ομπρέλα που προστατεύει από τις καταιγίδες τους μουσκεμένους και κατατρεγμένους αυτής της γής.
Το δεκανίκι που στηρίζει τους οι ανάπηρους. Να μην γίνομαι το αποκούμπι να ξαποστάσουν οι κουρασμένοι. Ο φάρος να βρούν το δρόμο τους οι χαμένοι. Το νερό στην έρημο της ζωής των διψασμένων αυτού του κόσμου.

